GR     EN

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΖΩΓΡΑΦΟΣ - ΧΑΡΑΚΤΗΣ

Ο Δάσκαλος

 

«Ποτέ δεν θεώρησα μεγάλο αξίωμα για ένα ζωγράφο τον τίτλο του Καθηγητή, γιατί ποτέ δεν πίστεψα ότι η τέχνη διδάσκεται, πράγμα που όσο περνούσαν τα χρόνια το διαπίστωνα περισσότερο. Μόνο μερικές καθαρά τεχνικές και στοιχειώδεις γνώσεις μπορεί να πληροφορηθεί ένας νέος από ένα μεγαλύτερό του ζωγράφο. Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης γεννιέται. Αυτό είναι το λεγόμενο “ταλέντο”. Όσοι σπουδαστές ταλαντούχοι και εργατικοί μπήκαν στο εργαστήριο της χαρακτικής που διηύθυνα, προχώρησαν με την εργασία τους.

 

Είναι αλήθεια ότι στο Εργαστήριο της Χαρακτικής οι νέοι έπρεπε να πληροφορηθούν για περισσότερα τεχνικά στοιχεία από τα άλλα εργαστήρια της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Η χαρακτική έχει περισσότερη «κουζίνα», όπως λένε, από τη ζωγραφική.

 

Οι σπουδαστές έμπαιναν στο Εργαστήριο Χαρακτικής απευθείας, χωρίς προηγούμενα να έχουν παρακολουθήσει άλλο εργαστήριο ζωγραφικής, και επειδή ο χαράκτης πρέπει πρώτα να είναι ζωγράφος, στο εργαστήριό μου έκανα πρώτα ζωγραφική, όσο το δυνατόν περισσότερη, και ύστερα χαρακτική.

 

Το συμπέρασμα που έβγαλα από όλα αυτά που πίστευα, και που ανέφερα πιο πάνω, ήταν ότι εκείνο που έπρεπε να προσπαθήσω να επιτύχω, ήταν να δημιουργήσω σκοπούς και συνθήκες, που να κάνουν τους σπουδαστές μου να έχουν μεγάλη επιθυμία για δουλειά και για συνεχή παρουσία στο εργαστήριο. Έδωσα, λοιπόν, μεγάλη σημασία στο άγχος των νέων για το τι θα κάνουν, πώς θα δουλέψουν, πώς θα ζήσουν, όταν τελειώσουν τη Σχολή και φύγουν. Ποτέ δεν αδιαφόρησα για αυτόν τον τομέα και ποτέ δεν είπα: «Εδώ είναι Σχολή και όχι Ίδρυμα επαγγελματικού προσανατολισμού» και οδήγησα τις ενέργειές μου προς τον κοινωνικό αυτό τομέα (αν μπορούμε να τον πούμε έτσι).

 

Για να το πετύχω λοιπόν αυτό κατάλαβα ότι πρώτον πρέπει να ανεβάσω το ηθικό των μαθητών μου. 'Άλλαξα τον τίτλο «σπουδαστής» αποκαλώντας τους «νέους καλλιτέχνες». «Καλλιτέχνης, τους έλεγα, είναι κανείς από τη στιγμή που θα πιάσει το μολύβι στα χέρια του, και σπουδαστής μέχρι το τέλος της ζωής του». Τους ενθάρρυνα να αρχίσουν πολύ σύντομα να κάνουν έργα τέχνης. Δηλαδή, αυτά που κάνουν, αντί να γίνονται με σκοπό να είναι σπουδές άχρηστες για τον κόσμο, μπορούν να γίνονται με σκοπό να είναι έργα τέχνης, χρήσιμα για τον κόσμο. Τους έκανα να αγαπήσουν πολύ την εργασία της «σύνθεσης» και να κάνουν συνθέσεις, έστω ακόμα και όταν δουλεύουν βλέποντας κάποιο μοντέλο. Τους υποσχέθηκα ότι αν κάνουν πολλά και καλά έργα είναι πολύ εύκολο να κάνουμε εκθέσεις, όχι σπουδαστικές εκθέσεις στη Σχολή, που δεν ενδιαφέρουν τον έξω κόσμο, αλλά εκθέσεις σε γνωστές γκαλερί, όπου θα μπορούν να πουλήσουν έργα.

 

Οι νέοι άρχισαν να εργάζονται με πολύ ενδιαφέρον και να μην λείπει σχεδόν κανείς καθημερινά από το εργαστήριο. Την άνοιξη του 1961 παρουσιάστηκε μια μεγάλη ευκαιρία, που βοήθησε πάρα πολύ τις προσπάθειές μου αυτές. Ο Μιχάλης Γούτος συνέλαβε την ιδέα να αξιοποιήσει τουριστικά το ωραίο χωριό Μήθυμνα, που βρίσκεται στο βόρειο μέρος της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λέσβου. Ήρθε λοιπόν και με βρήκε στη Σχολή και μου πρότεινε να πάρω το καλοκαίρι τους μαθητές μου και να πάμε στη Μήθυμνα και εκεί να εργαστούν ένα μήνα και τα έργα τους να τα εκθέσουν κατόπιν στην Αθήνα, προσέφερε δε, δια μέσου του Οργανισμού Τουρισμού, όλα τα έξοδα των μαθητών. Δεν ξέρω αν προηγούμενα συνάντησε για τον ίδιο σκοπό άλλους Καθηγητές και αρνήθηκαν. Εγώ αυτό το βρήκα μεγάλη ευκαιρία, για τους σκοπούς μου, και δέχτηκα αμέσως. Και έτσι ιδρύσαμε τη θερινή ακαδημία της Μήθυμνας Λέσβου. Αυτό ήταν ένα μεγάλο κίνητρο για εργασία για τους νέους αυτούς καλλιτέχνες και τους έκανε να βγάζουν μαζί με τη δουλειά τους στο εργαστήριο της Σχολής από δέκα (1Ο) έως τριάντα (30) έργα ο καθένας το χρόνο, από τα οποία όλοι μαζί διαλέγαμε τα καλύτερα από τον καθένα και κάναμε εκθέσεις, στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη και στο εξωτερικό (Παρίσι, Αμβέρσα Βρυξέλλες) και είχαμε προτάσεις και για άλλες χώρες. Το πώς ακριβώς γίνονταν όλα αυτά θέλει σελίδες πολλές για να τα περιγράψω και να τα εξηγήσω. Για αυτό θα περάσω αμέσως με συντομία στα αποτελέσματα και κυρίως μόνο σε ένα αποτέλεσμα, αυτό που με ενδιέφερε για τη θέση που κρατούσα και για τις ιδέες μου που ήδη περιέγραψα με λίγα λόγια. Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν οι νέοι αυτοί να δουλεύουν ασταμάτητα καθ' όλο το χρονικό έτος, εν συνεχεία το καλοκαίρι στη Μήθυμνα και μετά πάλι στο εργαστήριο της Σχολής, κατά τις θερινές διακοπές, για να τελειώσουν τα έργα που έκαναν στη Μήθυμνα.

 

Με τις εκθέσεις έξω από τη Σχολή, σε γκαλερί γνωστές, και με τις εκθέσεις στο εξωτερικό είχαν τέτοιες ηθικές και οικονομικές ακόμη επιτυχίες, που τους έκαναν εκείνους να αισθάνονται επιτυχημένοι καλλιτέχνες, με αρκετό έργο στα χέρια τους, και μένα ένα πάτρωνα ή ένα μάνατζερ, αν θέλετε, που όμως ως μόνη αμοιβή υλική είχα τον τότε πολύ καλό μισθό του κράτους, ως Καθηγητής, και την χαρά που μπορούσα να βοηθήσω τους νέους, κατορθώνοντας να τους κάνω να έχουν απεριόριστο ενδιαφέρον και όρεξη για δουλειά, που είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να μαθαίνουν μόνοι τους τα πάντα περί τέχνης.

 

Χωρίς όμως να το επιδιώκω και χωρίς να το θέλω, γιατί δεν με ενδιέφερε, μάζευα και εγώ μερικές ηθικές ανταμοιβές και όχι μόνο χωρίς να το θέλω, αλλά και να το φοβάμαι ακόμη από διαίσθηση. Και πράγματι αυτό ήταν που έκανε κάποιους συναδέλφους, εκτός Σχολής, που είχαν τα μέσα, αντί να βοηθήσουν, να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να σταματήσει αυτή η προσπάθεια με τη Μήθυμνα, με τις εκθέσεις κ.τ.λ.

 

Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καταστρέψουμε ό,τι καλό γίνεται στον τόπο μας σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, επειδή για μια στιγμή νομίζουμε ότι κάπως μας ζημιώνει προσωπικά.»

 

   

Σκέψεις για την Τέχνη

               

«Η φαντασία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ελεύθερη ανάπλαση της μνήμης. Το σχέδιο με γραμμές είναι η πιο παλαιά (αρχέγονη) αφαίρεση στην τέχνη.

 

Με γοητεύει η ποίηση του σχεδίου, αδέσμευτη από τα όρια των χρωμάτων στην περιγραφή του πραγματικού. Το σχέδιο επάνω στα σαφή όρια των χρωμάτων και των τόνων είναι ένας ενοχλητικός πλεονασμός και φλυαρία.

 

Ρυθμός στην τέχνη είναι ο τρόπος με τον οποίο ο καλλιτέχνης λύνει ένα πρόβλημα της ζωής, του εσωτερικού του κόσμου, ο οποίος πλάθεται και δημιουργείται και έχει άμεση σχέση με τον εξωτερικό, δηλαδή την φύση στην οποία ζει και της οποίας είναι δημιούργημα. Ρυθμός ή λύση χωρίς πρόβλημα δεν υπάρχει. Λύση χωρίς πρόβλημα είναι κάτι σαν διακόσμηση που δεν υποβάλλει σε καμμιά σκέψη, που δεν μεταφέρει σε καμμιά κατάσταση.

 

Και η πλέον ρεαλιστική ζωγραφική έχει αφαίρεση και πολλές φορές περισσότερο ενδιαφέρουσα αφαίρεση, από την λεγόμενη «σύγχρονη αφηρημένη τέχνη».

 

Η τέχνη δεν δημιουργεί βιώματα, αλλά ερμηνεύει τα βιώ­ματα της ζωής του καλλιτέχνη. Ο τρόπος της ερμηνείας αυτής είναι που συγκινεί το θεατή, μεταδίδοντάς του τα βιώματα αυτά, που γίνονται δικά του και τα ζει.

 

Το έργο εικαστικής τέχνης συνομιλεί με τον θεατή, χωρίς διερμηνέα. Συνομιλεί για πάντα, ακόμη και όταν είναι σχεδόν καταστραμμένο από τον χρόνο.

 

Η λεγόμενη σήμερα «σύγχρονη τέχνη» είναι μια «τέχνη» παρακμής. Μπορούμε θαυμάσια να την ονομάσουμε «ακαδημία» και μάλιστα τυραννική, για πολλούς νέους που την ακολουθούν, προσπαθώντας να γίνουν «σύγχρονοι», δηλαδή «πρωτότυποι», για να γίνουν γνωστοί και να ακουστούν, κάνοντας τελικά όλοι το ίδιο πράγμα, δηλαδή «πρωτοτυπία».

 

Η μεγάλη επανάσταση, που έγινε στις αρχές του εικοστού αιώνα στην τέχνη, είναι ότι το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη και επομένως και του κοινού μετατοπίστηκε, από το θέμα αυτό καθ' αυτό, στον τρόπο τον οποίο χειρίζεται πλαστικά ο καλλιτέχνης στην τέχνη του.

 

Ο μανιερισμός και οι επίγονοί του, που ήταν η παρακμή της Αναγέννησης, τελειώνουν στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, με μια μεγάλη επανάσταση, αρχίζοντας από τον Ιμπρεσιονισμό, κυβισμό, σουρεαλισμό κ.τ.λ. Μέχρι περίπου στα μέσα του 20ου αιώνα γεννιέται μια μεγάλη ιδεολογία στην τέχνη. Το βασικό επίτευγμα της εποχής αυτής πιστεύω ότι είναι το εξής: το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη, που γίνεται και ενδιαφέρον του θεατή, εστιάζεται στον τρόπο που βρίσκει ο καλλιτέχνης για να δώσει λύσεις, σύμφωνα με τα οράματά του, τα ενδιαφέροντά του και τα προβλήματά του. Δηλαδή η σημασία δεν δίνεται σε αυτά καθ' αυτά τα προβλήματα, αλλά στην λύση που μετέρχεται ο καλλιτέχνης για να τα εκφράσει και να τα μεταδώσει. Το ενδιαφέρον δηλαδή μετατοπίστηκε από το πρόβλημα, στην εικαστική λύση του προβλήματος. Το πρόβλημα μπορεί να είναι ένα γεγονός πολύ κοινό, η λύση του προβλήματος αυτού, για έναν αληθινό καλλιτέχνη, είναι πηγαία και τελείως προσωπική, και αυτή η λύση είναι που έχει το ενδιαφέρον. Αλλά και πάλι μετά το ήμισυ του αιώνα μας και πιο μπροστά ακόμη, σε μερικούς καλλιτέχνες, άρχισε η παρακμή. Καταργείται το πρόβλημα. Έτσι μπαίνουμε σε μια παράλογη σκέψη. Κάνουν λύσεις χωρίς προβλήματα. Με αυτήν την κατάληξη η τέχνη γίνεται ακατανόητη από το θεατή και, στην καλύτερη περίπτωση, διακοσμητική.»